Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΠΙΣΤΗ - ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΠΙΣΤΗ - ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

    





     Τον 3ο αι. μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια συναντάται ο Χριστιανισμός με τον Νεοπλατωνισμό, το τελευταίο ρεύμα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας[1]. Βασικός εκπρόσωπος του Χριστιανισμού την εποχή εκείνη υπήρξε ο Ωριγένης και του Νεοπλατωνισμού, ο Πλωτίνος[2].
    Ο Νεοπλατωνισμός υπήρξε ένα δυνατό φιλοσοφικό κίνημα με θρησκευτικές αντιλήψεις, με ερμηνευτικά στοιχεία βασιζόμενο στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία αλλά συγχρόνως εισάγει ένα νέο τρόπο σκέψης, κρίσης και ερμηνείας, πέραν της υπάρχουσας φιλοσοφίας[3]. Εμφανίσθηκε ως κίνημα αντίδρασης κατά του Χριστιανισμού, αποτελεί την αποκορύφωση της μεταφυσικής που καταλήγει σε θρησκεία και ιδρυτής του υπήρξε ο Αμμώνιος Σακκάς (175-242 μ. Χ.)[4].
    Ο Πλωτίνος είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του Νεοπλατωνισμού. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 204 μ.Χ. και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, κοντά σε Αλεξανδρινούς δασκάλους, ωστόσο ο μόνος που τον ενέπνευσε ήταν ο φιλόσοφος Αμμώνιος Σακκάς[5].
  Διακρίνουμε τρεις περιόδους εξέλιξης της φιλοσοφίας του Νεοπλατωνισμού: πρώτη, την προερχόμενη και στηριζόμενη στη διδασκαλία του Πορφύριου και Αμέλιου (περ. 232-305 μ.Χ.), μαθητών του Πλωτίνου. δεύτερη, των σχολών της Συρίας και Περγάμου προερχόμενες από τη διδασκαλία του Ιάμβλιχου (πέθανε περ. το 326 μ.Χ.) και τρίτη, των σχολών της Αθήνας και Αλεξάνδρειας (5ος – 6ος αι. μ. Χ.) με κύριους εκπροσώπους τους Πρόκλο και Δαμάσκιο[6]. 
   Η συνάντηση και συμπόρευση του Χριστιανισμού με τον Νεοπλατωνισμό διατηρήθηκε για αιώνες παρά τις όποιες αντιθέσεις και συγκλίσεις, διακόπηκε όμως το 529 μ. Χ. όταν με διάταγμα του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, έκλεισε η σχολή των Αθηνών[7]. Ο Νεοπλατωνισμός σχετίσθηκε με το Χριστιανισμό σε μεγάλο βαθμό, όσο κανένα άλλο φιλοσοφικό σύστημα[8]. Στην πορεία κατόρθωσε ο Χριστιανισμός να επιβληθεί στην Ελληνική Φιλοσοφία.
    Για τον Νεοπλατωνισμό η βασική θεωρία << Περί των τριών αρχικών υποστάσεων >> του Πλωτίνου, ορίζει τους στόχους αυτού, όπου μετά από ανάλυση των συστατικών στοιχείων του κόσμου, προβαίνει στη θεμελίωση του αξιώματος για την αληθινή θεϊκή πραγματικότητα[9]. Οι τρεις αυτές υποστάσεις που συνθέτουν την ενοποιημένη αληθινή πραγματικότητα, είναι, το << Εν >>, ο << Νούς >> και η       <<Ψυχή>>[10].
   Βασικές μεταφυσικές αρχές του Νεοπλατωνισμού είναι ότι η τάξη, η οποία είναι η ύπαρξη του παντός, στηρίζεται στην ενότητά του και ότι η αιτία είναι πάντα πιο τέλεια από το αποτέλεσμά της[11].
    Οι Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι έχουν να αναδείξουν στοιχεία φιλοσοφικού στοχασμού κυρίως στη μεταφυσική Οντολογία, Κοσμολογία και Γνωσιολογία[12]. Ο Νεοπλατωνισμός, άλλωστε, προκύπτει υπό όρους μίας ιστορικής, κοινωνικής και ευρύτερης πολιτιστικής αναγκαιότητας[13]. Τα διάφορα αυτοκρατορικά σχήματα επιβάλλονται με τρόπο απολυταρχικό και στον χώρο της λειτουργίας της πολιτείας. Απουσιάζει κάθε είδους πολιτική πράξη.  Ο άνθρωπος αναζητεί την λύτρωσή του ως ύπαρξη μέσα στον εσωτερικό του κόσμο και στην επικοινωνία του με το θείο. Σύμφωνα με τον Wallis, «η έλλειψη ενδιαφέροντος του Νεοπλατωνισμού για την πολιτική σκέψη προκύπτει ξεκάθαρα από την έλλειψη του ελεύθερου διαλόγου, όπως επιβαλλόταν από τη δομή της αυτοκρατορίας»[14].
    Βασικές θέσεις του Νεοπλατωνισμού αποτελούν: << η θεωρία περί του Ενός ή του Αγαθού>>, << η σχέση του Εκείθεν με το Εντεύθεν>>, << η θεωρία περί των διαμέσων>> κ.ά.[15].

ΤΖΙΟΡΤΖΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Θεολόγος


[1] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, Η Ορθοδοξία ως Κληρονομιά: Θεολογία και Φιλοσοφία στην Εποχή των Πατέρων, τ. Γ’, (Πάτρα: Ε.Α.Π., 2008), 124.
[2] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, ό. π., 124.
[3] Στ. Παπαδόπουλου, Πατρολογία Α’, (Αθήνα, 1977), 154-155.
[4] Σ. Γκίκας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμ. 10, 450.
[5] Ε. Θεοδώρου, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμ. 10, 449.
[6] R. T. Wallis, Νεοπλατωνισμός, μτφρ. Γιάννης Σταματέλλος,(Αθήνα: Αρχέτυπο, 2002), 19-20.
[7] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, ό. π., 124.
[8] Στ. Παπαδόπουλου, ό. π., 156.
[9] R. T. Wallis, ό. π., 20-21.
[10] R. T. Wallis, ό. π., 21
[11] R. T. Wallis, ό. π., 21.
[12] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, ό. π., 126.
[13] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, ό. π., 126.
[14] R. T. Wallis, ό. π., 29.
[15] Α. Μαράς, Η. Τεμπέλης, Χ. Τερέζης και Σ. Τριαντάρη, ό. π., 128-129.

https://koinwniagnwsis.gr

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Νηστεία προ της Θείας Κοινωνίας

Πόσας ημέρας πρέπει να νηστεύουν οι χριστιανοί προ της θείας κοινωνίας; Δύνανται να κοινωνούν χωρίς νηστείαν;
Για να μετάσχη ο πιστός κατά το δυνατόν αξίως στην κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, απαιτείται βεβαίως ιδιαιτέρα προπαρασκευή.
Ο Απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. ια’, 27-32) επισημαίνει τις συνέπειες μιας αναξίας προσελεύσεως στην τράπεζα του Κυρίου. Σ’ αυτήν οφείλονται ασθένειες, θάνατοι και άλλες παιδείες, που έρχονται από τον Θεό στους ανθρώπους που αναξίως κοινωνούν. (Ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως, κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου».
Συνιστά δε όπως ο μέλλων να κοινωνήση δοκιμάζη πρώτα τον εαυτό του και ύστερα να προσέρχεται: «δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω… ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα».
Σε τί συνίστατο η «δοκιμασία» και η «διάκρισις» αυτή; Δεν μας το λέγει ο απόστολος. Αλλά από την πράξι της Εκκλησίας της εποχής εκείνης, ασφαλώς φαίνεται, ότι ήταν μία εν φόβω Θεού ζωή, η βαθειά πίστις και η ευλάβεια προς το μυστήριο, η συμφιλίωσις και η αμοιβαία συγχώρησις και η εξέτασις της συνειδήσεως περί όλων αυτών.
Αυτό δηλαδή που με τρεις λέξεις ζητεί και σήμερα η Εκκλησία από τον προσερχόμενο, λέγοντας «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Η νηστεία δεν εθεωρείτο προϋπόθεσις για την θεία κοινωνία. Η θεία λειτουργία ετελείτο το βράδυ κατά τα κοινά δείπνα, τις «αγάπες», αφού προηγουμένως όλοι είχαν μετάσχει στην κοινή τράπεζα. Ακριβώς δηλαδή επανελάμβαναν την πράξι του Κυρίου, που ίδρυσε το μυστήριο «μετά το δειπνήσαι» στο υπερώο της αγίας Σιών. Ύστερα, για λόγους ευλαβείας, η θεία λειτουργία χωρίσθηκε από τα δείπνα και γινόταν το πρωί.
Τότε άρχισε σιγά – σιγά να παρουσιάζεται και το έθιμο της αποχής κάθε τροφής από του μεσονυκτίου μέχρι την ώρα της κοινωνίας. Αυτή δε ήταν και είναι μέχρι σήμερα η επίσημη και επιβεβλημένη νηστεία, η προπαρασκευαστική για την θεία ευχαριστία.
Είναι η νηστεία και η εγκράτεια, που κάμνουν οι πιστοί περιμένοντας τον νυμφίο της ψυχής των και που συνδυάζεται με προσευχή, αυτοσυγκέντρωσι και ψυχική και σωματική κάθαρσι.
Όταν η θεία λειτουργία ετελείτο το απόγευμα, όπως τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Προηγιασμένες) ή τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων και το Μέγα Σάββατο, η νηστεία παρετείνετο από τα μεσάνυκτα μέχρι το απόγευμα, την ώρα δηλαδή της κοινωνίας. Μόνο κατά την Μεγάλη Πέμπτη ετηρείτο η αρχαιοτάτη πράξις και οι πιστοί κοινωνούσαν το απόγευμα χωρίς να νηστεύουν καθ’ όλη την ημέρα.
Αυτήν την ¨ευχαριστιακή νηστεία¨ επιβάλλουν πολλοί κανόνες, όπως ο μα’ της εν Καρθαγένη Συνόδου («Ώστε άγια θυσιαστηρίου, ει μη από νηστικών ανθρώπων μη επιτελείσθαι, εξηρημένης μιας ετησίας ημέρας, εν η το Κυριακόν δείπνον επιτελείται», δηλαδή την Μεγάλη Πέμπτη), ο μζ’ της ιδίας Συνόδου («… αγίων, ίνα από νηστικών, ως έστιν άξιος προσφέρωνται»), ο κθ’ της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου και ο θ’ του αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως. Αυτήν δε εννοεί ασφαλώς και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγοντας: «μέλλοντας προσιέναι τη φρικτή και θεία τραπέζη και τη ιερά μυσταγωγία, μετά φόβου και τρόμου τούτο ποιείτε, μετά καθαρού συνειδότος, μετά νηστείας και προσευχής» (Ομιλία εις την γενέθλιον ημέραν).
Η πολυήμερος νηστεία, δηλαδή η ξηροφαγία και όχι βεβαίως η παντελής αποχή τροφής, ως προπαρασκευαστική για την θεία κοινωνία, ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η πιο χαρακτηριστική απόδειξις είναι η λειτουργία της Κυριακής.
Η τέλεσις της λειτουργίας προϋποθέτει ότι θα κοινωνήσουν οι πιστοί. Πώς όμως θα μπορούσαν να κοινωνήσουν, αν ήταν υποχρεωτική η προ της κοινωνίας νηστεία, αφού η νηστεία κατά το Σάββατο, εκτός μόνο από το Μέγα Σάββατο, απαγορεύεται με αυστηρά επιτίμια από τους ιερούς κανόνας (Αγ. Αποστόλων ξς’, Πενθέκτης νε’);
Το ίδιο και κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, που ο ξς’ κανών της Πενθέκτης Συνόδου, ορίζει καθημερινώς να «κατατρυφούν» οι χριστιανοί εις τα άγια μυστήρια, ενώ καθ’ όλες τις ημέρες αυτές γίνεται κατάλυσις της νηστείας «εις πάντα».
Επειδή όμως η νηστεία θεωρείται από την Εκκλησία μας ως ένα άριστο μέσο προπαρασκευής, καθάρσεως και ετοιμασίας του πιστού, γι’ αυτό συνιστά στους πιστούς, που σε αραιά διαστήματα κοινωνούν, ή να προσέρχωνται στην θεία κοινωνία μετά από τις καθωρισμένες εκκλησιαστικές νηστείες (Μ. Τεσσαρακοστής, Αγίων Αποστόλων, Κοιμήσεως, Χριστουγέννων), ή να τηρούν, κατά δύναμιν, τριών ή περισσοτέρων ή και ολιγωτέρων ημερών νηστεία προ της θείας κοινωνίας.
Το θέμα αυτό βρίσκεται στην διάκρισι του φωτισμένου πνευματικού, [χωρίς την ευχή του οποίου δεν πρέπει να πλησιάζουμε το ποτήριο της ζωής, αφού] ξεύροντας τα βάθη των καρδιών και τις συνθήκες της ζωής των πνευματικών του τέκνων, θα καθορίζη, αν κρίνη απαραίτητη, και την δια της νηστείας προπαρασκευή, ως και την διάρκειά της.
Η απαράβατος πάντως νηστεία προ της θείας κοινωνίας είναι, το επαναλαμβάνομε, η από του μεσονυκτίου απόλυτος αποχή τροφής, που μόνο σε περίπτωσι κινδύνου θανάτου μπορεί να μη τηρηθή κατά τον θ’ κανόνα του αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως («Δει μεταδιδόναι της θείας κοινωνίας τω ασθενούντι, αποθανείν κινδυνεύοντι, και μετά το γεύσασθαι βρώσεως»).
Πηγή: Από το βιβλίο του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ., Ιωάννου Μ. Φουντούλη: Απαντήσεις εις Λειτουργικάς απορίας. Τόμος Α”. ΣΤ’ έκδοσις. Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι, 1991. Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

http://www.romfea.gr/pneumatika/7375-nisteia-pro-tis-theias-koinonias

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Η περιτομή του Ιησού Χριστού

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β΄20-21, 40-52
 
 
Οκτώ μέρες μετά τη γέννηση του Χριστού, την πρώτη του πρώτου μηνός, η Εκκλησία μας γιορτάζει την περιτομή του Χριστού. Μια εβραϊκή τελετουργική διάταξη, την οποία εκπλήρωσε ο Ιησούς, όπως όλοι οι Ισραηλίτες, αλλά η οποία καταργήθηκε με το κήρυγμα του ευαγγελίου, τι νόημα έχει πράγματι να την γιορτάζει η ορθόδοξη καθολική Εκκλησία; Είναι ένα ερώτημα, όπου αυθόρμητα γεννιέται λίγο – πολύ σε όλους μας – όσοι δεν έχουμε τη βαθειά γνώση των ιερών πραγμάτων.    
Βέβαια, υπάρχει η απλή απάντηση, που μπορούμε αμέσως να σκεφτούμε. Με τη γιορτή τιμούμε, ένα γεγονός της ζωής του Χριστού, σημαντικό κατά το ότι ανήκει στη θρησκευτική του πολιτεία και κατά το ότι σημαίνει την ώρα της ονομασίας του, τότε πήρε το όνομα Ιησούς και επαληθεύτηκε η προφητεία του αγγέλου ότι ο γιος, που θα γεννήσει η Μαρία θα ονομαστεί έτσι. Όταν αγαπούμε ένα πρόσωπο – πολύ περισσότερο – όταν λατρεύουμε τον Θεό, η κάθε στιγμή της ιστορίας του εύλογα γίνεται αντικείμενο προσοχής και αφορμή ευφροσύνης. Στην Εκκλησία μας, όμως, το κάθε γεγονός του Θεού μεταποιείται σε γεγονός του ανθρώπου κι η κάθε γιορταστική πράξη μεταφέρει τον άνθρωπο στη θεϊκή πράξη. Στη γιορτή της Περιτομής πως μπορεί να νοηθεί αυτό;

Οι θεοφώτιστοι πατέρες μας διαπιστώνουν ένα σπουδαίο μήνυμα, το μήνυμα της υπακοής. Ο Χριστός περιτέμνεται, υφίσταται δηλαδή ένα ταπεινωτικό πάθημα, επώδυνο και αποκρουστικό, όπως είναι η περιτομή, για να υπακούσει στο νόμο, για να δηλώσει υποταγή στο θέλημα του Θεού, έστω κι αν  ο Υιός του Θεού, δεν χρειάζεται ούτε το πάθημα να υποστεί ούτε την υποταγή να δηλώσει. Κι εμείς, οι Χριστιανοί του, μαθαίνουμε ότι έχουμε χρέος να υπακούμε στο νόμο του Θεού, όχι κατά τη λογική μας αλλά κατά την εντολή του, ακόμη κι αν φαίνεται παράδοξη στον κόσμο μας και στις συνήθειες μας. Ο Κύριος μας υπακούοντας κατά πάντα ως άνθρωπος δικαιωματικά μπορούσε να καταργήσει τα του νόμου, και οι πιστοί του μιμούμενοι την υπακοή του χαρισματικά μπορούμε να ελευθερωθούμε από την αμαρτία. Έτσι ψάλλει ο υμνωδός, «Ουκ επησχύνθη ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ’ έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν, πάσι προς σωτηρίαν « (ιδιόμελο του Εσπερινού).
Εν τούτοις,  η ίδια η ιστορία του γεγονότος της περιτομής, όταν θεωρηθεί κατά το πνεύμα της, αποκαλύπτει μια υψηλή πνευματική απάντηση στο ερώτημα μας, γιατί γιορτάζουμε την Περιτομή. Με την τελετουργία αυτή όρισε ο Θεός στον Αβραάμ κατά τη διαθήκη και τη συμφωνία, που συνήψε μαζί του, έβαλε ένα ορατό και ανεξάλειπτο σημάδι πάνω στο ίδιο το σώμα των πιστών του, για να τους θυμίζει διαρκώς τη σχέση τους με τον Κύριό τους. Όπως εκείνος, που θέλει να ασφαλίσει την περιουσία του βάζει την προσωπική του σφραγίδα, ένα δικό του σημάδι πάνω σε όσα του ανήκουν, έτσι ο Θεός σημάδεψε τον περιούσιο λαό του με την περιτομή, για να δείξει σ’ αυτόν και στους άλλους λαούς ότι είναι ιδιοκτησία του. Φανερώνει, λοιπόν, η περιτομή παρουσία Θεού, δηλώνει υπακοή του ανθρώπου και προϋποθέτει πίστη, σύνδεσμο απόλυτης εμπιστοσύνης μεταξύ Κυρίου και πιστού. Αυτές οι άγιες έννοιες δεν ήταν δυνατόν να καταργηθούν με την κατάργηση του τύπου.
Η εβραϊκή περιτομή έπαυσε να ισχύει για την Εκκλησία του Χριστού. Από τη στιγμή, που περιετμήθη ο Χριστός, όλοι οι Χριστιανοί, που είμαστε μέλη Του είμαστε πλέον περιτμημένοι εν τω ονόματι Του και η περιτομή ως σημάδι πάνω στη σάρκα μας δεν μας χρειάζεται. Μας χρειάζεται, όμως η αχειροποίητη περιτομή, ως συνείδηση και ως βίωμα μέσα στην καρδιά μας, ως γεγονός μέσα στο είναι μας. Μας χρειάζεται μια νοοτροπία, που θα κόβει και θα διώχνει μακριά μας το θέλημα του κόσμου και θα κρατά ζωντανό στη ζωή μας το θέλημα του Θεού. Αυτή την αχειροποίητη περιτομή την παίρνουμε με τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος και την ανανεώνουμε με το μυστήριο της μετάνοιας και της εξομολογήσεως. Σ’ αυτά τα μυστήρια ο καθένας μας κάνει μια συμφωνία με το Θεό, συνάπτει μια διαθήκη, δηλώνει δούλος του Κυρίου και ο Κύριος τον σφραγίζει με τη χάρη του, για να είναι δικός του, ομολογεί υποταγή και δέχεται υιοθεσία, αποτάσσεται τον σατανά και συντάσσεται με τον Χριστό.
Ζούμε, λοιπόν, και σήμερα, μέσα στην Εκκλησία την περιτομή μας γιορτάζοντας την περιτομή του Χριστού. Ανανεώνουμε την απόφαση μας να ανήκουμε στον Κύριο και να τηρούμε τους όρους της σχέσεως μας μαζί του. Η συναίσθηση ότι είμαστε κτήμα Του και περιουσία Του μας βοηθά να κρατούμε καθαρό τον εαυτό μας από τα αντίθετα και αντίχριστα μιάσματα. Η πεποίθηση ότι είμαστε εκούσιοι δούλοι Του μας σπρώχνει να κάνουμε αβίαστα το θέλημά Του. Έτσι νιώθουμε ότι μας αναγνωρίζει και εκείνος για δικούς Του και βιώνουμε την προστασία και την παρηγοριά Του κάθε στιγμή. Αλλά έτσι μας γνωρίζει και ο κόσμος για δούλους Χριστού, για παιδιά του Θεού και της Εκκλησίας και μας ξεχωρίζει. Χωρίς να έχουμε πάνω μας το σημάδι της εβραϊκής περιτομής, σημαδευόμαστε από την περιτομή των παθών, από την αποκοπή των κακών, από την εκκοπή του φίλαυτου και εγωιστικού μας θελήματος. Κι αν δεν γίνεται αυτό ποτέ στην εντέλεια για την ανθρώπινη αδυναμία μας, ευλογείται, όμως πάντοτε η διάθεση και η προσπάθεια μας από τη θεία χάρη.
Μια πολύ ωραία παράσταση του περιτμημένου Χριστιανού μπορούμε να διακρίνουμε σε ένα λόγο του αποστόλου Παύλου, που γράφει προς τον Τιμόθεο μιλώντας για εκείνους, που θέλουν να ανήκουν στο Κύριο και δεν παρασύρονται από πλάνες διδασκαλίες. Ο πιστός παρομοιάζετε σαν ένα ασάλευτο αγκωνάρι, που έχει γραμμένο στη μια πλευρά του τον αφορισμό. «Γνωρίζει πολύ καλά ο Κύριος τους δικούς του» και στην άλλη πλευρά την προτροπή, «Μακριά από την αδικία όποιος αναγνωρίζει τον Κύριο»! Είναι ακριβώς οι δυο όψεις του γεγονότος της Περιτομής, που απηχούν και το νόημα της, να είμαστε  του Θεού και να είναι ο Θεός δικός μας!  Αποτελεί ίσως την καλλίτερη ευχή και την καταλληλότερη προσευχή για την καινούργια χρονιά, που έκανε και πάλι την αρχή της, με τη γιορτή της Περιτομής.
 
Γιώργος Σαββίδης – Μητρόπολη Πάφου



Πηγή: http://aktines.blogspot.gr

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Εκκλησία, το μεγάλο Νοσοκομείο

Οι Πατέρες λένε πως η Εκκλησία είναι ένα μεγάλο Νοσοκομείο που εφημερεύει σε εικοσιτετράωρη βάση, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.
Ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει για όλους.
Για ασφαλισμένους και ανασφάλιστους.
Για πλούσιους και για άπορους.
Για επώνυμους και ανώνυμους και περιθωριακούς ανθρώπους.
Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο αντιμετωπίζεται κάθε νόσημα όσο βαθύ, όσο λοιμώδες και όσο θανατηφόρο και αν είναι.
Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο:
Μπαίνεις άρρωστος και βγαίνεις υγιής, όπως η αιμορροούσα.
Μπαίνεις διώκτης και βγαίνεις Απόστολος, όπως ο Παύλος.
Μπαίνεις αμαρτωλός και βγαίνεις άγιος, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία.
Μπαίνεις λύκος και βγαίνεις αρνί, όπως ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.
Μπαίνεις πτώμα εν αποσυνθέσει και ανίστασαι τετραήμερος, όπως ο Λάζαρος!
 
http://lllazaros.blogspot.gr

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Η εικόνα των Χριστουγέννων στο φως της ορθόδοξης ερμηνείας

από τον Λεωνίδα Ουσπένσκυ
Μετάφραση Β. Μουστάκη (ανατύπωση)
Λ.Ουσπένσκυ, Η Θεολογία της Εικόνας στην ορθόδοξη Εκκλησία, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1993.



Χριστός επί γης, Υψωθήτε! 

Την εικόνα της Γεννήσεως την βλέπουν εκείνοι που δεν είναι μπασμένοι στο πνεύμα της ορθοδόξου λατρείας φορτωμένη με περιττές λεπτομέρειες. Η σύνθεσή της τους φαίνεται κάπως παιδαριώδης, άταχτη, περισσότερο απλοϊκή παρά σοβαρή1. Εν τούτοις, αυτή η αφέλεια κι αυτή η απλοϊκότητα είναι κάτι πολύ βαθύ, κάτι που μας κάνει να θυμηθούμε τα λόγια του Κυρίου: «Αμήν λέγω υμίν, ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν». Η εικόνα της Γεννήσεως, βασιζόμενη πάνω στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, μας αποκαλύπτει το δογματικό περιεχόμενο και την όλη έννοια της Εορτής. Με τα χρώματα και τον πλούτο των λεπτομερειών κι ακριβώς με την απλοϊκότητά της, είναι η πιο χαρωπή από τις εικόνες των μεγάλων δεσποτικών εορτών. 

Η εικονογραφική παράδοση της Ορθοδοξίας φυλάει μ' ακρίβεια τον καθιερωμένο τύπο της Γεννήσεως, που είναι ο πιο πλούσιος κι ο πιο πλήρης σε περιεχόμενο. Είναι δε ο ακόλουθος: Στην μέση, μπροστά από κάτι βουνά το σπήλαιο όπου είναι αναπεσμένος ο Κύριός μας στην φάτνη, ανάμεσα σε δύο ζώα· πλάϊ, η Παρθένος αναπεσμενη κι αυτή σ' ένα στρωσίδι· στο πάνω μέρος, οι Άγγελοι κι ο Αστήρ· από τη μια μεριά του σπηλαίου, οι Ποιμένες, από την άλλην oι Μάγοι, που έρχονται να προσκυνήσουν τον Χριστό. Κάτω, στις δύο άκρες, από εδώ δύο γυναίκες πλένουν το Παιδίον και από εκεί ο Ιωσήφ καθισμένος απέναντι σ' έναν γέροντα όρθιο που κρατάει ένα ραβδί. 

Ως προς το περιγραφικό της στοιχείο, η εικόνα αντιστοιχει στο κοντάκιον: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσιν. Δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός». Η εικόνα προσθέτει και τις δύο σκηνές που παριστάνονται στις κάτω άκρες της και που δεν τις ερμηνεύει το κοντάκιον, αλλά είναι παρμένες από την Παράδοση. 


Ως προς το περιεχόμενό της η εικόνα της Γεννήσεως έχει δύο όψεις. Πριν απ' όλα ξεσκεπάζει την έννοια της Εορτής, το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου· μας θέτει μπροστά σε μια ορατή μαρτυρία του θεμελιώδους δόγματος της πίστεώς μας, υπογραμμίζοντας τόσο την θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Ιησού. Κατά δεύτερο λόγο μας δείχνει την ενέργεια αυτού του γεγονότος πάνω στον φυσικό κόσμο και υπαινίσσεται την προοπτική όλων των σωτηρίων συνεπειών του γεγονότος αυτού. Γιατί, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, η Γέννηση του Κυρίου μας «δεν είναι η εορτή της δημιουργίας, αλλά η εορτή της αναπλάσεως του κόσμου», μια ανανέωση που αγιάζει την κτίση. Η ενανθρώπηση του Θεού δίνει στην κτίση μια καινούργια σημασία, που είναι o σκοπός κι ο λόγος της υπάρξεως της: η μέλλουσα μεταμόρφωσή της. Γι'αυτό όλη η δημιουργία λαβαίνει μέρος στο μυστήριο της γεννήσεως του Λυτρωτή και βλέπουμε γύρω από τον Θεάνθρωπο τους εκπροσώπους όλων των κτισμάτων, που του προσφέρουν την ευγνωμοσύνη τους, κατά το στιχηρόν: «Τι σοι προσενέγκωμεν, Χριστέ, ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι' ημάς; Έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει. Oι άγγελοι τον ύμνον, οι ουραvoί τον αστέρα,οι μάγοι τα δώρα, oι ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε μητέρα Παρθένον». Η εικόνα προσθέτει τα ζώα και τα φυτά. Το κέντρο της συνθέσεως αντιστοιχεί στο κεντρικό χρονικό σημείο της Εορτής. Όλες oι λεπτομέρειες συγκλίνουν προς αυτό το σημείο· είναι το Παιδίον εσπαργανωμένον, αναπεσμένο στην φάτνη, στο σκοτεινό βάθος του σπηλαίου όπου γεννήθηκε. Τα Ευαγγέλια δεν λέγουν τίποτε για το σπήλαιο· μας πληροφορεί γι' αυτό η Παράδοση. Η πιο αρχαία γραπτή μαρτυρία σχετικά μ' αυτό είναι εκείνη του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, ο οποίος λέγει: «Μην έχοντας ο Ιωσήφ που να κατοικήσει σ' εκείνη την πολίχνη, εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά όχι πολύ μακριά από την Βηθλεέμ». 

Το Παιδίον που ειναι αναπεσμένο στην φάτνη είναι ο ίδιος o Θεός που φανερώθηκε σ' εκείνους που κάθονταν «εν σκότει και σκιά θανάτου», για να τους σώσει από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος, για να μεταμορφώσει την ανθρώπινη φύση και να της ξαναδώσει το αρχαίο κάλλος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης συγκρίνει την γέννηση μέσα στο σπήλαιο με το πνευματικό φως που έλαμψε μέσα στα σκότη του θανάτου που τυλίγανε το ανθρώπινο γένος. Η μαύρη τρύπα του σπηλαίου πάνω στην εικόνα παριστάνει συμβολικά τον υλικό κόσμο, που σκιάζεται από την αμαρτία και όπου ανατέλλει ο «Ηλιος της Δικαιοσύνης». 

Το κατά Λουκάν άγιον Ευαγγέλιον μιλάει για την φάτνη και τα σπάργανα: «Και εσπαργάνωσεν (η Παναγία) αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη». Και λίγο παρακάτω η φάτνη και τα σπάργανα είναι τα σημάδια που έδωσε ο άγγελος στους τσομπάνηδες για ν'αναγνωρίσουν τον Σωτήρα: «Και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη». 

Το στιχηρό που ανέφερα προηγουμένως μας λέγει ότι η φάτνη είναι το δώρο που προσφέρει η έρημος στον τεχθέντα. Η έννοια αυτών των λόγων μας αποκαλύπτεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό που λέγει: «Άλογε άνθρωπε, γονάτισε μπροστά στην φάτνη από την οποία θα ταγισθείς τον Λόγο». Αυτός ο έρημος τόπος, που πρόσφερε την φάτνη σαν άσυλο στον Κύριo, προτυπώθηχε στην Παλαιά Διαθήκη· γιατί και τότε στην έρημο δόθηκε στους εβραίους το μάννα, «ο άρτος εξ ουρανού». 

Η ενανθρώπηση του Θεού αρχίζει και καταλήγει με την ταπείνωση. Η εικόνα μας δείχνει την κένωση της θεότητας, την ταπείνωση, το ολοκληρωτικό κατέβασμα Εκείνου που στην φάτνη προδιατυπώνει και τον θάνατό του, τον τάφο του, όπως με τα σπάργανα προσημαίνει το σάβανο του. 

Μέσα στο σπήλαιο, δίπλα στον Σωτήρα, βλέπουμε τον βουν και τον όνον. Τα Ευαγγέλια δεν αναφέρουν αυτά τα ζώα· εν τούτοις, σ' όλες τις εικόνες της Γεννήσεως τα συναντάμε πλάϊ στο Παιδίον. Η θέση που κατέχουν στο ίδιο το κέντρο της εικόνας φανερώνει την σπουδαιότητα που η Εκκλησία αποδίδει σε αυτή την λεπτομέρεια. Η παρουσία των ζώων αυτών εξηγείται, αναμφίβολα, από την πρακτική ανάγκη, οπως την δείχνει η Ακολουθία των Χριστουγέννων: η Παρθένος ταξίδεψε καθισμένη απάνω σ' ένα γαϊδουρακι· όσο για το βόδι, το'χε οδηγήσει εκεί ο μνήστωρ Ιωσήφ που ήθελε να το πουλήσει για ν'ανταποκριθεί στα έξοδά του ταξιδιού. Αλλ'αυτή η πρακτική ανάγκη δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την παρουσία των ζώων τόσο κοντά στον Λυτρωτή. Την εξηγεί η προφητεία του Ησαΐα: «Έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού· Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός με ου συνήκεν». Ο Θεός, κατεβαίνοντας στην γη και έχοντας γίνει άνθρωπος, δεν βρήκε θέση ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί αυτοί δεν τον δεχθηκαν. Το σπήλαιο και η φάτνη ανήκουν στα ζώα. Παριστάνοντας τον βουν και τον όνον, η εικόνα μας θυμίζει την προφητεία του Ησαΐα και μας καλεί στην γνώση και στήν κατανόηση του Μυστηρίου της θείας οικονομίας που εκπληρωθηκε με την Γέννηση. 

Ό,τι κάνει εντύπωση πριν απ' όλα όταν κοιτάμε την εικόνα της Γεννήσεως, είναι η Παρθενος και η θέση που αυτή κατέχει. Η εικόνα υπογραμμίζει την σπουδαιότητα του μέρους που καταλαμβάνει η Θεομήτωρ στην Γέννηση, δηλαδή στην εορτή της αναπλάσεως του κόσμου. Είναι η καινούργια Εύα. Όπως η πρώτη Εύα έγινε μητέρα των προχριστιανικών ανθρώπων, έτσι η νέα Εύα, η Παρθένος Μαρία, έγινε μητέρα της θεωθείσης ανθρωπότητος. Αλλά η παλιά Εύα είχε δώσει προσοχή στα λόγια του όφεως μέσα στον παράδεισο. Η δεύτερη Εύα άκουσε τον αρχαγγελικό ασπασμό. Μετέχει κι αυτή στην σωτηρία μας, όπως η προμήτωρ υπήρξε αιτία της πτώσεώς μας. Η εικόνα της Γεννήσεως εξαίρει την συμμετοχή της Μαρίας στην σωτηρία μας, προβάλλοντας την Παναγία με ιδιαίτερη έμφαση, στο κεντρικό μέρος, κι ακόμα δίνοντάς της διαστάσεις υπέρμετρες. Σε πολλές εικόνες είναι η πιο μεγάλη απ' όλα τα πρόσωπα. Είναι ξαπλωμένη πολύ κοντά στο θείο της τέκνο πάνω σ' ένα χράμι, αλλά γενικά έξω από το σπήλαιο. 

Η στάση της Παρθένου είναι πάντα πολύ σημαντική και δεμένη με τα δογματικά προβλήματα της εποχής και του τόπου, όπου έγινε η εικόνα. Οι διαφορές που παρουσιάζει κάθε φορά υποδηλώνουν την πρόθεση να εξαρθεί πότε η θεότης και πότε η ανθρωπότης του Κυρίου. Έτσι, σε ορισμένες παραστάσεις της Γεννήσεως, η Παρθένος είναι μισοξαπλωμένη-μισοκαθισμένη, η στάση της δηλαδή είναι ανάλαφρη, για να δειχθεί η απουσία των ωδίνων και συνεπώς η παρθενική γέννηση κι η θεία καταγωγή του Παιδίου (εναντίον της πλάνης των νεστοριανών). Αλλά στην πλειονότητα των παραστάσεων η Παρθένος είναι ξαπλωμένη και εκφράζει με την στάση της μιαν άκρα κόπωση και ατονία. Ο Νικόλαος Μεζαρίτης, περιγράφοντας μια τέτοια παράσταση (ενός ψηφιδωτού των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη), λέγει πως ο υπερβολικός κάματος που εκφράζεται στην απεικόνιση της Παρθένου θυμίζει στους πιστούς πως η ενανθρώπηση του Λυτρωτή δεν ήταν φαινομενική, αλλά πραγματική. 

Γύρω από τα κεντρικά πρόσωπα του Παιδίου και της Θεοτόκου, βλέπουμε τις λεπτομέρειες που, καθώς είπα ήδη, μαρτυρούν συγχρόνως και το γεγονός της θείας σαρκώσεως και την επίδραση που είχε πάνω στην κτίση. 

Oι άγγελοι εκπληρώνουν το διπλό τους λειτούργημα: δοξολογούν, τον Θεό και φέρνουν τα «ευαγγέλια» (= τις καλές αγγελίες) στους ανθρώπους. Η εικόνα εκφράζει αυτό το διπλό λειτούργημα, παριστάνοντας ένα τμήμα των αγγέλων προς τα πάνω, προς τον Θεό, κι ένα άλλο προς τα κάτω, προς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι απλοϊκοί ποιμένες, που για την καθαρότητα της καρδιάς τους έχουν το προνόμιο να επικοινωνούν με τον υπερφυσικό κόσμο και αξιώνονται να γίvoυν μάρτυρες ενός θαύματος. Παριστάνονται στην εικόνα ακούοντας τον ύμνο των αγγέλων και συχνά ένας από τους τσομπάνηδες παίζει την φλόγερα του, ανακατώνοντας την μουσική, τέχνη ανθρώπινη, με το αγγελικό άσμα2. 

Από την άλλη πλευρά του σπηλαίου, βλέπουμε τους Μάγους. Τους οδηγεί ο Αστήρ που μια αχτίνα του κατευθύνεται πάνω στο σπήλαιο. Αυτή η αχτίνα ενώνει επίσης τον Αστέρα με ένα σημείο που ξεπερνά τα όρια της εικόνας και υποδηλώνει συμβολικά τον ουράνιο κόσμο. Η εικόνα υπαινίσσεται έτσι ότι αυτό το άστρο δεν είναι μονάχα ένα κοσμικό φαινόμενο, αλλά και ένας μαντάτορας από το υπερπέραν, που μηνύει ότι στην γη γεννήθηκε Εκείνος που ανήκει στον ουρανό. Αν στους αγράμματους τσομπάνηδες το μυστήριο αποκαλύφθηκε απευθείας από έναν άγγελο oι Μάγοι, άνθρωποι της γνώσεως, πρέπει να κάνουν ένα μακρύ δρόμο που θα τους φέρει από την γνώση του σχετικού στην γνώση του Απόλυτου, μέσον ενός αντικειμένου των μελετών τους. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει πως oι Χαλδαίοι αστρολόγοι δέχονταν από γενεά σε γενεά την σχετική με το άστρο προφητεία του Βαλαάμ. Στον Όρθρο των Χριστουγέννων ακούμε: «Του μάντεως πάλαι Βαλαάμ των λόγων μυητάς, σοφούς αστεροσκόπους, χαράς έπλησας». Έτσι, ο Αστήρ ειναι συνάμα η εκπλήρωση της προφητείας και το κοσμικό φαινόμενο, που η παρατήρησή του οδήγησε τους σοφούς «να προσκυνήσουν τον Ήλιο της Δικαιοσύνης». Είναι το φως που, κατά τον Άγιo Λέοντα τον Μέγα, έλαμψε στους εθνικούς και έμεινε κρυμμένο για τους Ιουδαίους. Η Εκκλησία βλέπει στους ποιμένες -στα πρώτα αυτά τέκνα του Ισραήλ που προσκύνησαν το Παιδίον- τις απαρχές της εξ Ιουδαίων Εκκλησίας, και στους μάγους την «απαρχήν των εθνών», την «εξ εθνών Εκκλησίαν». Προσφέροντας στον Χριστό τα δώρα τους, «το καθαρό χρυσάφι προς τον Βασιλέα πάντων των αιώνων, τον λίβανο προς τον Θεό των όλων, και την σμύρνα στον Αθάνατο που επρόκειτο να ταφεί τριήμερος», προσημαίνουν τον θάνατό του και την ανάστασή του. Ας προσθέσω ότι oι μάγοι παριστάνονται γενικά σε διάφορες ηλικίες, για να υπογραμμισθεί ότι η αποκάλυψη δόθηκε στους ανθρώπους ανεξάρτητα από την ηλικία και την κοσμική πείρα τους. 

Κάτω, στη μια γωνία της εικόνας, δύο γυναίκες λούζουν το Παιδίον. Αυτή η σκηνή είναι προμηθευμένη από την Παράδοση. 

Eίναι μια σκηνή από την καθημερινή ζωή, που δείχνει καθαρά πως ο Τεχθείς ήταν σαν οποιοδήποτε άλλο νεογέννητο κάτω από τις απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσεως. Αλλά, από το άλλο μέρος, κατά την ερμηνεία του Νικολάου Μεζαρίτη, οι δύο γυναίκες είναι συνάμα μάρτυρες της θείας προελεύσεως του Παιδίου. Πράγματι, έχοντας έλθει αργά και μην έχοντας παραστεί κατά την γέννηση, η μια απ' αυτές, η Σαλώμη, δεν πίστεψε πως μια Παρθένος μποροϋσε να παιδοποιήσει και τιμωρήθηκε για την απιστία της αυτή· το χέρι της, που ειχε τολμήσει να ικανοποιήσει την αμαρτωλή περιέργεια, έμεινε παράλυτο. Αφού μετενόησε κι άγγιξε το Παιδίον, θεραπεύθηκε. 

Mια ακόμη λεπτομέρεια δείχνει πως με την Γέννηση "ήττηνται της φύσεως οι όροι". Πρόκειται για τον μνήστορα Ιωσήφ. Δεν έχει θέση στο κεντρικό μέρος της εικόνας, αλλ' απεναντίας βρίσκεται σαφώς χωρισμένος από το Παιδίον και την Παναγία. Δεν είναι ο πατέρας. Μπροστά του, υπό το φαινόμενο ενος τσομπάνη σκυμμένου από τα χρόνια, στέκεται ο διάβολος που τον πειράζει. Μερικές εικόνες τον παρουσιάζουν άλλοτε με μικρά κέρατα κι άλλοτε με μια σχεδόν αδιόρατη ουρά. Η παρουσία του Αρχεκάκου και το μέρος που παίζει ως πειραστής έχουν μια όλως ιδιαίτερη έμφαση στην εορτή της αναπλάσεως του κόσμου, στα Χριστούγεννα. Η εικόνα, βασιζόμενη στην Παράδοση, μεταδίδει το νόημα ορισμένων λειτουργικών κειμένων (ιδέ Πρώτη και Ενάτη Ώρα), που μιλούν για τις αμφιβολίες του Ιωσήφ και την φοβερή του ψυχική αναστάτωση. Η εικόνα τα εκφράζει όλα αυτά με την περίλυπη στάση του Ιωσήφ, που έχει πίσω του την μαύρη άβυσσο του σπηλαίου. H παράδοση των απόκρυφων μας μεταφέρει τα εξής λόγια του διαβόλου, με τα οποία πειράζει τον μνήστορα της Παρθένου: «Όπως αυτό το ξερό ραβδί δεν μπορεί να πετάξει φύλλα, έτσι και η παρθένος δεν μπορεί να κάνει παιδί». 

Αυτό είναι, σε σύντομη έκθεση, το περιεχόμενο της εικονογραφίας της Γεννήσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε φορά που απομακρύνεται μια εικόνα απ' αυτό, η σημασία που έχει μικραίνει και φτωχαίνει· έτσι η κατάληξη είναι η απώλεια του ουσιώδους δηλαδή της ιστορικής πραγματικότητας και του δογματικού περιεχομένου που μας παρέχονται απο την Αγία Γραφή. Ένα χτυπητό παράδειγμα συναντάμε στην δυτική θρησκευτική ζωγραφική. Oι πίνακες των ζωγράφων της Δύσεως που παίρνουν ως θέμα την Γέννηση δεν παριστάνουν την ίδια την αλήθεια, όπως κάνει η ορθόδοξη εικόνα αλλά ατομικές ερμηνείες αυτής της αλήθειας. Το ιστορικό και δογματικό περιεχόμενο της εικόνας αντικαταστάθηχε μ' ένα περιεχόμενο συναισθηματικό και οικείο, και η Γέννηση του Κυρίου μας ανάγεται έτσι σε μια συγκινητική οικογενειακή σκηνή. 

Είναι αυτό που λέγει ο άγιoς Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός: «Εκθέτεις στην όραση ό,τι οδηγεί χαμηλά και περνάς αδιάφορος μπροστά σ' ό,τι εξυψώνει». Μια τέτοια παράσταση της Γεννήσεως που μας προβάλλει ό,τι είναι χαμηλό και φτηνό δηλαδή ό,τι είναι ανθρώπινο απλώς δεν υψώνει το πνεύμα μας και τις αισθήσεις μας στην γνώση του μυστηρίου της θείας Σαρκώσεως· εξανεμίζει αυτό το μυστήριο μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα γυμνά ανθρώπινη, αφήνοντάς μας, έτσι στην φυσική κατάσταση, μέσα στο σαρκικό περιβάλλον. 

Η ορθόδοξη εικόνα δεν αποκλείει το ανθρώπινο στοιχείο· βλέπουμε τις ανθρώπινες γνώσεις στους μάγους την εργασία και την τέχνη στους ποιμένες, το φυσικό ανθρώπινο αίσθημα στον δίκαιο Ιωσήφ. Αλλ'αυτή η φυσική ζωή του κόσμου παριστάνεται σ'επαφή με τον υπερφυσικό κόσμο και χάρη σ'αυτή την επαφή κάθε φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής βρίσκει την θέση του και την σημασία του, φωτίζεται από ένα καινούργιο περιεχόμενο. Έτσι η εικόνα υψώνει το πνεύμα μας και τις αισθήσεις μας στην θεωρία και την γνώση του μυστηρίου της θείας Σαρκώσεως και μας κάνει να μετέχουμε στον πνευματικό θρίαμβο της Εορτής. 

«Βάδιζε με τον Αστέρα -λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός- φέρε δώρα με τους μάγους... δόξασε με τους ποιμένες, αγάλλου με τους αγγέλους, για να γίνει μια η χαρά των ουρανίων και των επιγείων». 




1) Τον παιδικό χαραχτήρα της εικονογραφίας ο Ουσπένσκυ, όπως βλέπουμε, τον είχε διαγνώσει ήδη από το 1951.Είναι σημαντικό, όμως, ότι την αισθητική ερμηνεία αυτού του χαρακτήρα την αποδίδει σ' εκείνους που «δεν είναι μπασμένοι στο πνεύμα της ορθοδόξου λατρείας». Εξηγώντας την παιδική αυτή αφέλεια της εικόνας λειτουργικά, βάσει των λόγων του Κυρίου, κάνει μια υπέρβαση για να δώσει το βάρος όχι στην αισθητική αυτή "χαρά", αλλά στο «πολύ βαθύ δογματικό περιεχόμενο της εικόνας», όπως λέει. Αντίθετα νεώτερες μελέτες δίνουν υπερβολική σημασία στην αισθητική αυτή λεπτομέρεια, η οποία εκτρέπεται από τον δρόμο της θεολογίας της εικόνας. Πρβλ. π. Στ. Σκλήρη, Εν Εσόπτρω, εικονολογικά μελετήματα,εκδ. Μ.Γρηγόρη, Αθήνα 1992, σελ. 33 κ.ε. Η εικονογραφική αφέλεια του σχεδίου οδηγεί τον συγγραφέα στην συστηματοποίηση μιας νεοελληνικής αισθητικής μεθόδου, που «απηχεί (...) τα διαχρονικά διδάγματα και τις λύσεις που έδωσε μια πολιτιστική παράδοση υψηλή, όπως αυτή του ελληνισμού, στο πρόβλημα του ανθρώπου και επομένως και της παιδείας του» (στο ίδιο, σελ. 34). 

2) Είναι σημαντική η λειτουργική ερμηνεία του Ουσπένσκυ στην πλάγια (προφίλ) παράσταση των προσώπων μέσα στις εικόνες: «Ο Άγιος βρίσκεται παρών, θα πει, μπροστά μας κι όχι κάπου μέσα στο σύμπαν. Όταν προσευχόμαστε σ' εκείνον βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του (...) Η κατατομή διακόπτει κατά κάποιο τρόπο την άμεση επαφή· είναι σαν μια αρχή απουσίας. Επομένως, παριστώνται πλαγίως μόνον τα πρόσωπα που δεν έφθασαν στην αγιότητα, όπως για παράδειγμα oι μάγοι και oι βοσκοί στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού» 

http://paterikos.blogspot.gr

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Διεκπεραιωταί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ



Διεκπεραιωταί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
ΣΤΑ περισσότερα ἔργα τῶν ἀνθρώπων πρωτεύοντα ρόλο παίζει τό φοβερό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Δραστηριοποιοῦνται οἱ ἄνθρωποι γιά νά ἱκανοποιήσουν τό «ἐγώ» τους. Νά δείχνουν τά ἔργα τους καί νά χαίρονται.  Νά τούς ἐπαινεῖ ὁ κόσμος καί αὐτοί νά καμαρώνουν. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού πολλά γίνονται, ὄχι γιά νά καλύψουν ἀνάγκες, ἀλλά γιά νά ἐντυπωσιάσουν ἐκείνους πού τά παρακολουθοῦν.
Ἔτσι κινοῦνται οἱ κοσμικοί, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί στούς χριστιανούς δέν παρατηρεῖται τό φαινόμενο. Ἀκόμα καί στούς μοναχούς βλέπουμε ἔργα ματαιοδοξίας. Χτίζουν περίτεχνα καί ἐντυπωσιακά μοναστήρια, ἀδιαφορώντας γιά τούς ἀδελφούς τους, πού εἶναι φτωχοί καί δέν ἔχουν οὔτε τά στοιχειώδη τῆς ζωῆς. Σέ τελευταία ἀνάλυση τά ἔργα τους εἶναι γιά τά μάτια τοῦ κόσμου καί ὄχι γιά τίς δικές τους ἀνάγκες. Ἐάν πράγματι πίστευαν ὅτι ὁ σκοπός τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῆς μελλούσης, δέν θά καταπονοῦνταν μέ περιττές οἰκοδομές καί δέν θά ἐπαιτοῦσαν, γιά νά συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά προκειμένου νά ὑλοποιήσουν τά μεγαλεπίβολα σχέδιά τους. Λείπει, δυστυχῶς, ἡ ταπείνωση καί ἡ αἴσθηση τοῦ τί συμβαίνει γύρω τους.

Οἱ πιστοί ἄνθρωποι ὅλα τά ἀποδίδουν στό Θεό καί ἀρνοῦνται νά οἰκειοποιηθοῦν τά δῶρα του. Ὅλα ὅσα χρησιμοποιοῦν στή ζωή τους καί ὅσα διαχειρίζονται τά θεωροῦν προσφορά τοῦ Θεοῦ καί ὄχι δικά τους ἀποκτήματα. Γι᾿ αὐτό καί δέν ὑπερηφανεύονται.
Αὐτή τήν ἱερή αἴσθηση εἶχε καί ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τή βαθιά του ταπείνωση. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀπάντηση πού ἔδωσε σέ κάποιον ἐπισκέπτη του, ὅταν τόν ρώτησε ἄν μπαίνει στόν πειρασμό τῆς ὑψηλοφροσύνης ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων πού τόν ἀναζητοῦν καί τόν ἐπισκέπτονται: «Πές ὅτι εἶμαι στίς Καρυές καί ὁ Γέροντάς μου μοῦ ἔδωσε ἕνα κατοστάρικο νά πάρω λουκούμια γιά τό κελί. Δικά μου εἶναι τά λεφτά, γιά νά ὑπερηφανευθῶ;».
Ὁ ἅγιος Πορφύριος χτυποῦσε τόν πειρασμό τῆς ὑψηλοφροσύνης μέ μία ἁπλῆ σκέψη καί συνέχιζε νά προσφέρει στούς πολυπληθεῖς ἐπισκέπτες του ὅ,τι εἶχε, ἤ καλύτερα ὅ,τι τοῦ ἔδινε ὁ Θεός, εἴτε αὐτά ἦταν ὑλικά ἀγαθά εἴτε πνευματικές νουθεσίες καί θαυματουργικές παρεμβάσεις. Στόν ἴδιο δέν ἀνῆκε τίποτα. Διεκπεραίωνε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μοίραζε τά δῶρα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους καί ἡ αἴσθηση αὐτή τόν κρατοῦσε στήν ταπείνωση. Ἐάν ὑψηλοφρονοῦσε, ὅλα θά ἀνατρέπονταν καί θά ἔχανε τήν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
Τήν ἴδια αἴσθηση πρέπει νά ἔχουν ὅλοι οἱ χριστιανοί. Νά εἶναι δραστήριοι στήν ἀγάπη καί ἀδρανεῖς στήν ὑπερηφάνεια. Νά εἶναι οἱ ταπεινοί ἐργάτες τοῦ Θεοῦ.

Ορθόδοξος Τύπος, 31/10/2014

Πηγή: http://aktines.blogspot.gr

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ἀπέναντι εἰς τήν δυστυχίαν τῶν ἀδελφῶν



Ἀπέναντι εἰς τήν δυστυχίαν τῶν ἀδελφῶν
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ πολύ συχνά ἀντιμετωπίζουν δυσάρεστες καταστάσεις, ἐσωτερικές καί ἐξωτερικές, οἱ ὁποῖες τούς πικραίνουν καί τούς ὁδηγοῦν στήν κατάθλιψη, κάτι πού εἶναι πολύ ἀνησυχητικό. Πολλές φορές καταφεύγουν καί σέ εἰδικούς ἐπιστήμονες, ἀλλά καί σέ ἀνθρώπους ἀμφιβόλου καταρτίσεως καί ἱκανότητος. Τά ἀποτελέσματα εἶναι συνήθως πενιχρά καί διαρκοῦν λίγο. Τά πράγματα θά ἦταν καλύτερα, ἐάν ὑπῆρχε ἀναφορά στό Θεό.
Ἡ δυστυχία στίς μέρες μας εἶναι εὐρέως διαδεδομένη καί δέν ὀφείλεται μόνο στήν ἔλλειψη ὑλικῶν ἀγαθῶν. Δυστυχεῖς δέν εἶναι μόνο οἱ φτωχοί. Εἶναι καί οἱ πλούσιοι. Θά ἔλεγα ὅτι οἱ δεύτεροι σέ μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ χριστιανοί πρέπει νά δείχνουν ἐνδιαφέρον καί ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς τους μέ διάκριση, ἀποφεύγοντας ἐπιπόλαιες κρίσεις καί ἐξηγήσεις γιά τή δυστυχία τους. Τό παράδειγμα μᾶς τό ἔχουν δώσει οἱ μεγάλοι Γέροντες, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικά θυσιάστηκαν προσφέροντας στούς δυστυχεῖς ἀδελφούς ὅ,τι εἶχαν καί δέν εἶχαν. Καί ἦταν πολλοί αὐτοί. Κατά ἑκατοντάδες κατέφευγαν καθημερινά στά ταπεινά κελιά τους, γιά νά πάρουν τήν εὐχή τους καί νά τούς ἐμπιστευθοῦν τά προβλήματα πού τούς ἀπασχολοῦσαν.
Ἐκεῖνοι, πραγματικοί πατέρες, τούς βοηθοῦσαν μέ πολλούς τρόπους καί τούς προέτρεπαν νά συνδεθοῦν σταθερά μέ τό Χριστό καί νά τηροῦν τίς ἐντολές του.
Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης τόνιζε συχνά στούς ἐπισκέπτες: «Ἀγαπήσατε τόν Χριστό καί ὅλα ἐκεῖνα πού σᾶς καταπιέζουν καί σᾶς φθείρουν, καί οἱ ἁμαρτωλές μνῆμες καί τά ἀπωθημένα, θά φύγουν. Ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ θά σᾶς γιατρέψει. Εἶναι ὅπως τό φῶς, πού ἔρχεται καί φεύγουν τά σκοτάδια». Ἐκεῖνοι πού στηρίζονται στό Χριστό, πού ἔχουν πίστη καί ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοιά του νιώθουν τίς ποικίλες καταπιέσεις, τούς πειρασμούς καί τίς πικρές ἐμπειρίες τῆς προηγούμενης ἁμαρτωλῆς τους ζωῆς, ἀλλά καί τά ἀπωθημένα τους, πού ἐπηρεάζουν σέ μεγάλο βαθμό τή συμπεριφορά τους, ἐντελῶς διαφορετικά, χωρίς ὑπερβολές, ἀνυπομονησία καί ἀδικαιολόγητους φόβους.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὅταν γίνεται ἀποδεκτή καί συνοδεύεται μέ ἄσκηση καί συνέπεια, εἶναι φῶς πού διαλύει τά σκοτάδια καί διευκολύνει στήν ὀρθή ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων καί τήν ἀγόγγυστη ἀποδοχή τῶν ὅσων ἐπιτρέπει ὁ οὐράνιος Πατέρας πάντα μέ τήν προοπτική τῆς αἰώνιας ζωῆς, τήν ὁποία δυστυχῶς λίγοι σκέφτονται.
Οἱ κληρικοί συνήθως ἀναφέρονται γενικά καί ἀόριστα στήν ἀγάπη πού πρέπει νά ἔχουν οἱ χριστιανοί πρός τό Χριστό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρονται στά ἀποτελέσματα, γιατί δέν ἔχουν ἀνάλογη ἐμπειρία. Ἐνῶ οἱ Γέροντες μιλοῦσαν μέ βάση τίς δικές τους ἐμπειρίες, ἀλλά καί τῶν Ἁγίων, στά κείμενα τῶν ὁποίων πάντα ἐντρυφοῦσαν.
Ορθόδοξος Τύπος,7/11/2014

Πηγή:  aktines.blogspot.gr

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

«Μη μέτρει σεαυτόν εν παντί έργω σου» (Αββάς Ησαΐας)

DSCN0720


Μην κάθεσαι να κρίνης τον εαυτό σου για κάτι που έχεις κάνει – κάλο, κακό, αρετή, αμαρτία, ή να τον συγκρίνεις με τους άλλους.
Πόσες φορές το αντιμετωπίζουμε αυτό! Ας επιλανθανώμεθα των όπισθεν και ας μην μας ενδιαφέρη το τι κάναμε. Διότι, εξετάζοντας τι κάναμε, ανακαλύπτουμε ότι κάναμε κάτι σπουδαίο ή κάτι κακό, κάτι μεγαλύτερο και ωραιότερο και επιτυχέστερο από αυτό που κάνει ο άλλος, ή κάτι μικρότερο. Είτε καθ’ εαυτό το κρίνουμε είτε εν σχέσει προς τον άλλον, θα περιπέσωμε σε μια από τις δύο παγίδες: ή στην υπερηφάνεια, αν θα είναι καλό η καλύτερο, ή στην απογοήτευση, στην κακομοιριά, στην κατάπτωσι της υπάρξεως μας, αν δεν είναι καλό. Διότι, όσο και αν νομίζουμε ότι είμαστε ώριμοι, όσο και αν πιστεύουμε ότι έχομε δύναμι, μέσα μας φέρομε την αδυναμία του Αδάμ και της Εύας, το εύθραυστο εγώ, που μας κληροδότησαν οι προπάτορες μας.
Για να μένης λοιπόν ατάραχος στους λογισμούς σου, ποτέ μην κάθεσαι να λογαριάσης τι έκανες. Αυτό ισχύει για κάθε τι που μας συμβαίνει.
Πως όμως θα εξομολογηθώ, εάν δεν κρίνω; Στην εξομολόγηση δεν κάνω ανάλυσι των έργων μου, αλλά αναφορά των αμαρτημάτων μου. Αυτό είναι διαφορετικό, διότι δεν αξιολογώ τα έργα μου, απλώς τα αναφέρω. Δεν κάθομαι προηγουμένως να σκεφθώ τι έκανα και τι δεν έκανα, διότι αυτό δημιουργεί πνιγηρή ατμόσφαιρα στην ψυχή μου.
Εάν διαπιστώσουμε ότι πάμε καλύτερα, καταλαβαίνετε σε τι βαθμό εγωισμού μπορούμε να πέσουμε. Το «μη μέτρει σεαυτόν εν παντί έργω σου» είναι πραγματική σοφία. Οι περισσότεροι, όταν πέφτωμε, πέφτομε και γι’ αυτόν τον λόγο, ή τον χρησιμοποιούμε για να δικαιολογούμε τα πάθη μας. Αμάρτησα, λόγου χάριν, μια φορά και μετά λέγω: Τι ωφελεί τώρα να μετανοήσω; Τι κακομοιριά! Πόσο καταρρακώνεται έτσι το είναι μας!
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη
           http://www.diakonima.gr/

Ο καθένας μας κουβαλά στην καρδιά του το περιβάλλον όπως τό ζει



Κάποτε κάποιος νεαρός μόλις έφτασε σε μια Όαση στη μέση της Ερήμου της Ιουδαίας, συνάντησε τον γέρο - Ελισαίο και τον ρώτησε:
-Τι είδους άνθρωποι ζουν σ’ αυτόν τον τόπο, γέροντα;
-Τι είδους άνθρωποι ζούσαν στον τόπο σου, παιδί μου; Ρώτησε με τη σειρά του ο γέροντας.
- Μια κοινωνία εγωιστών και κακών, απάντησε ο νεαρός, είμαι χαρούμενος που έφυγα από κοντά τους.
-Τους ίδιους θα βρεις κι εδώ, παιδί μου, απάντησε στοχαστικά ο γέρο - Ελισαίος.

Την ίδια μέρα πέρασε από την Όαση να πιει νερό και να ξεκουραστεί ένας άλλος νεαρός και ρώτησε τον γέρο - Ελισαίο:
Γέροντα, τι είδους άνθρωποι ζουν εδώ;
Ο γέροντας απάντησε με την ίδια ερώτηση:
-Τι είδους άνθρωποι ζουν στον τόπο από τον οποίο έρχεσαι, παιδί μου;
Ο νεαρός απάντησε:
-Μια θαυμάσια ομάδα ανθρώπων, φιλική, ειλικρινής, φιλόξενη. Είναι πολύ λυπηρό που πρέπει να τους αφήσω.
-Τον ίδιο τύπο ανθρώπων θα συναντήσεις κι εδώ, είπε ο γέρο- Ελισαίος.

Ο μικρός εγγονός του που άκουσε τις συνομιλίες τον ρώτησε σαν έμειναν οι δυο τους:
-Παππού, πώς γίνεται να δώσεις τόσο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση;
Κι ο γέρο-Ελισαίος απάντησε:
-Άκου, παιδί μου. Ο καθένας μας κουβαλά στην καρδιά του το περιβάλλον στο οποίο ζει. Αυτός, που δε βρήκε τίποτε καλό στα μέρη από όπου πέρασε δεν θα συναντήσει ούτε κι εδώ κάτι καλό. Εκείνος που συνάντησε φίλους εκεί θα βρει κι αυτό μην το ξεχνάς ποτέ καθώς θα μεγαλώνεις εδώ. Κι αυτό διότι στην πραγματικότητα η ψυχική στάση είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μας που μπορούμε να ελέγχουμε απόλυτα. Αυτό μην το ξεχνάς ποτέ καθώς θα μεγαλώνεις!

http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Ορθόδοξη πίστη και ζωή

Γράφει ο Μοναχός ΜΩΥΣΗΣ, Αγιορείτης

Η πίστη δεν είναι κάποια αόριστη και αφηρημένη θεωρία, μια ωραία ιδεολογία και μια συμφέρουσα θρησκευτική άποψη. Η ορθόδοξη πίστη είναι βίωμα, ήθος, τρόπος ζωής και υπάρξεως.
Πίστη σημαίνει η ζωή του Χριστού να γίνει ζωή μου. Θα καταθέσω τη σκέψη μου ως ένας απλός πιστός, ένας ταπεινός μοναχός, ένας ειλικρινής άνθρωπος.
Η σύνδεση με τον Χριστό μας οδηγεί σε όλη την αλήθεια. Ο μεγάλος Θεός γίνεται μικρός, προσφιλής και οικείος, για να χωρέσει στον νου και στην καρδιά μας. Ο άνθρωπος από άτομο γίνεται πρόσωπο αγαπώντας ανιδιοτελώς και θυσιαστικώς...
Η ηθική ζωή συνίσταται στην ελεύθερη τήρηση των ευαγγελικών αρετών. Στην αγαθοεργία και την παθοκτονία. Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, έστω και αν παραστράτησε και αιχμαλωτίστηκε, διατηρεί τη μοναδικότητα και ιερότητα του «κατ’ εικόνα». Κάθε άνθρωπος με τη συνείδησή του έχει πνοή Θεού μέσα του και ως εκ τούτου είναι αξιότιμος αξιοσέβαστος και αξιοπρόσεκτος. Αξίζει τη συμπάθειά μας. Η τιμή και η αγάπη δεν θα πρέπει να ανήκει μόνο στους μεγάλους, τους κατέχοντες,
τους νέους, τους ωραίους, τους ευφυείς και ηθικούς, αλλά και στους διανοητικώς και σωματικώς ανάπηρους, τους υπέργηρους, τους ανήμπορους και τους άσημους φτωχούς.
Η ορθόδοξη πίστη κάνει τον άνθρωπο να μην απελπίζεται ποτέ. Μάλιστα τον οδηγεί στη δωρεά, στην ευεργεσία, στη φιλανθρωπία, στη συμπαράσταση και στην ανακούφιση. Βλέποντας ο πιστός στο πρόσωπο του άλλου τον Χριστό γίνεται πιο ανεκτικός, πιο επιεικής, πιο φιλικός, πιο συγκαταβατικός, πιο συγχωρητικός και υποχωρητικός. Η Ορθοδοξία δεν αντιμάχεται την επιστήμη. Τον επιστήμονα όμως τον θέλει σεμνό, ταπεινό, ήπιο και καλοκάγαθο. Δεν τον θέλει αυθάδη, αντάρτη, αυθαίρετο, ασεβή και αρνησίθεο. Όσους δεν πιστεύουν δεν θα πρέπει να τους βλέπουμε με την άκρη του ματιού μας βιαστικά. Κάποιον πόνο μεγάλο έχουν, κάποια αντίδραση, κάτι που δεν τους αφήνει να εκφραστούν εγκάρδια.
Η υπερηφάνεια θα πρέπει να είναι άγνωστη στον γνήσιο ορθόδοξο πιστό. Η υπερηφάνεια αύξησε τις ψυχικές διαταραχές, τα άγχη, τις θλίψεις, τις απογοητεύσεις, τις καχυποψίες, τις φαντασίες, τις απομονώσεις και τις ταραχές. Έτσι ανικανοποίητος και ανισόρροπος ταλαιπωρείται ο ίδιος και ταλαιπωρεί και τους άλλους. Ο πιστός Χριστιανός έχει τη γλυκιά χαρά της ταπεινώσεως και ικανοποιείται παντού και πάντοτε. Ο ενστερνισμός της παραμελημένης αγίας ταπεινώσεως θα εξισορροπήσει και θα ανορθώσει τον πεσμένο άνθρωπο.
Θα πρέπει η ορθόδοξη πίστη να μεταποιηθεί και εκσυγχρονιστεί για να ικανοποιήσει τους σύγχρονους ανθρώπους; Πιστεύουμε ακράδαντα όχι. Ο Χριστός επανερχόμενος στον κόσμο θα έλεγε τα ίδια πράγματα. Η καρδιά του ανθρώπου πάντα ζητά την αλήθεια. Αυτή την αλήθεια καλούμαστε να προσφέρουμε με περισσή αγάπη. Οι εκπτώσεις εδώ δεν ωφελούν, όπως και τα δυσβάστακτα φορτία. Δεν θα αυξήσουμε τους ακόλουθούς μας με το να τους χαϊδεύουμε τα αυτιά. Σκοπός μας δεν είναι να δημιουργήσουμε οπαδούς που θα μας χειροκροτούν και επιδοκιμάζουν. Το κυρίως ζητούμενο είναι η αγιότητα. Η αγιότητα θα σώσει τον κόσμο. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να γεννά και σήμερα αγίους.
Καλούμαστε, αγαπητοί μου, να βιώσουμε, να δοξάσουμε και να εμπνεύσουμε την αγιότητα. Η απόκτηση της αγιότητας δεν είναι προς αύξηση των μετοχών μας προς την επαινοθηρία, αλλά από μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και προς τη δόξα του. Από φιλότιμο και αγώνα για μια ζωή ενάρετη, ευχάριστη, ησύχια και ελεύθερη. Πηγή του αγιασμού είναι ο Πανάγαθος Θεός, που αποτελεί τη μοναδική αυτοαγιότητα. Μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορούμε να φθάσουμε στην αγιότητα. Η ανεξαρτητοποιημένη αυτοθέωση είναι άγνωστη στην ορθόδοξη πνευματική ζωή.
Όπως και άλλοτε έχουμε πει ο κύριος λόγος της υπάρξέώς μας είναι η συνάντηση με τον Θεό. Η πορεία μας προς τον αγιασμό δεν είναι μία καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Υπάρχει μέσα στο σώμα της Εκκλησίας και στην ορθόδοξη παράδοση. Επηρεάζει η κίνησή μας αυτή και τους γύρω μας, τους οποίους βοηθάμε καλύτερα με το παράδειγμα. Γινόμαστε τότε πιο συγκαταβατικοί, πιο συνεννοήσιμοι, πιο ευχάριστοι. Η αλήθεια να ομολογείται άφοβα πάντοτε, αλλά χαμηλόφωνα, τεκμηριωμένα, ήπια.
Η ορθόδοξη πίστη μας οδηγεί στην προσευχή για τους άλλους, στο να δίνουμε παρά να παίρνουμε, να χαιρόμαστε στη χαρά του άλλου, να λυπούμαστε στη λύπη του, να σκεπτόμαστε τον αιώνιο προορισμό μας, να μάθουμε να υπομένουμε, να ελπίζουμε, να εγκρατευόμαστε και να χαιρόμαστε την απλότητα και τη λιτότητα.

πηγή: Μακεδονία, 19/2/2012
http://paterikos.blogspot.gr/

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Για να φθάσουμε στον πόθο του θεού

Christ icon 2
«Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς Σε ο Θεός». «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού» λέει ο Δαυΐδ. Όπως λέγεται, το ελάφι δεν τρώγει μόνο χόρτα, αλλά τρώγει και φίδια και μάλιστα φαρμακερά. Όταν δεχθή μέσα του το φαρμακερό φίδι, του γίνεται μια αφόρητη δίψα και αυτή η δίψα του δημιουργεί τον πόθο να τρέξη να βρη πηγή με νερό για να πιή, ώστε και την δίψα του να κορέση, αλλά κυρίως να εξουδετερώση το φαρμάκι του φιδιού. Διότι εάν καθυστερήση η δεν βρη εγκαίρως την πηγή, το φαρμάκι που δέχθηκε από το φίδι του δημιουργεί τον θάνατον.
Η αμαρτία, ο διάβολος, είναι ο νοητός όφις. Αυτό το φίδι της αμαρτίας με την ηδονή δηλητηριάζει την ψυχή του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος αμαρτήση, νοιώθει δριμύτατον έλεγχο στην συνείδηση. Η συνείδησις, η στενοχώρια, ο πόνος, αναγκάζει τον άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον αμαρτήσαντα, να τρέξη στην πηγή της αιωνίου Ζωής. Τον αναγκάζει να τρέξη στην Εκκλησία του Θεού, να τρέξη στα Μυστήρια της Εκκλησίας, και εκεί, στην πηγή, στο εξομολογητήριο, εκεί αποβάλλει το φαρμάκι της αμαρτίας και δέχεται το ύδωρ ζων το αλλόμενον εις Ζωήν αιώνιον. Εκεί στον πνευματικό πατέρα δέχεται την επανασύνδεση με τον Θεό. Σ αυτό το πνευματικό λουτρό αποπλύνεται, αποβάλλει όλα τα έλκη της αμαρτίας, όλες τις βρωμιές, και εξέρχεται ολοκάθαρος ο άνθρωπος, δροσισμένος στη ψυχή, ανάλαφρος στη συνείδηση. Κι έτσι γλυτώνει από τον ψυχικό θάνατο που δημιουργεί η αμαρτία, με το φαρμάκι της ηδονής.
Ο αμαρτήσας άνθρωπος δεν πρέπει να καθυστερήση να τρέξη στην Εκκλησία, στην πηγή της αιωνίου ζωής, διότι όσον περισσότερο καθυστερήσει, του γίνεται άμεσος ο κίνδυνος της δηλητηριάσεως. Πρέπει να προστρέξη με πόθο πολύ στον Θεό. Βλέπουμε στο Ιερόν Ευαγγέλιον την Σαμαρείτιδα, κι αὐτή είχε κατά πολύ δεχθή το φαρμάκι της αμαρτίας, αλλά χάριτι θεία, χωρίς να το γνωρίζη επικοινώνησε με την Πηγή της Χάριτος και του ελέους. Ο Χριστός την πλησίασε. Της έδωσε, την πότισε με το ύδωρ το Ζων, κι έτσι η πρώην αμαρτωλή έγινε ισαπόστολος , έγινε φορεύς του Θεού, και τελικά έγινε Μάρτυς Χριστού.
Για να φθάσουμε στον πόθο του θεού, και να φθάσουμε στην καρδιακή αναζήτηση του προσώπου του Θεού, χρειάζεται από μέρους μας να τρέξουμε σαν την διψώσα έλαφο, να αναζητήσουμε την αιώνια θεϊκή πηγή, να ζητήσουμε τω προσώπω του Θεού. Ο πόθος και τα δάκρυα να είναι η αναζήτησις. Όταν κανείς αναζητήση τον Θεό μ αὐτό τον τρόπο, ο Θεός σε κάποιο χρόνο θα του δείξη την ωραιότητα του προσώπου Του. Εμείς ιδιαίτερα οι μοναχοί έχουμε διδαχθεί το να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού. Κι αὐτό είναι μία αναζήτησις, μία επιπόθησις του ιδείν το πρόσωπον Κυρίου του Θεού ημών.
Γι αὐτό θα χρειαστή να μνημονεύουμε το όνομα του Χριστού ει δυνατόν συνέχεια αναπνευστί. Ο Χριστός είναι η Ζώσα Πηγή της Χάριτος. Το όνομα του Χριστού δεν είναι σαν το δικό μας όνομα, το οποίο δεν έχει καμμία χάρη. Του Χριστού το όνομα εμπερικλείει όλες τις θεϊκές χάριτες. Είναι θεοστολισμένο. Όταν το επικαλούμεθα, νοιώθουμε βοήθεια ανάλογα με την ανάγκη που έχουμε. Όταν Του φωνάζουμε του Χριστού, ο Χριστός είναι πάντα έτοιμος να μας προσφέρη τον Εαυτό Του. Όπως ακριβώς πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και πάνω από πνεύμα, είναι υπεράγνωστος, δεν Τον βλέπουμε με τα μάτια τα σωματικά αλλά πιστεύουμε απόλυτα ότι είναι πανταχού Παρών. Είναι μία φύσις ακατάληπτη. Όπως ακριβώς πιστεύουμε σ αὐτήν την αλήθεια του Θεού, έτσι πρέπει να πιστεύουμε ότι και το όνομα του Χριστού είναι πλουτισμένο με όλη την θεϊκή ισχύ και δύναμη. Αυτό μας το αποδεικνύουν και οι δαίμονες που δεν μπορούν να ακούσουν το όνομα του Χριστού.
Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι όταν συνέλαβαν τους Αποστόλους, τους είπαν: – Μη επί τω ονόματι τούτω κηρύττετε. Αλλά πολύ θαρραλέα τους απήντησε ο Απόστολος Πέτρος: – Α είδομεν και ηκούσαμεν, ου δυνάμεθα σιωπάν. Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον η άνθρώποις. Και ημείς πρέπει να πειθαρχήσουμε στο θέλημα του Θεού «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε• τούτο γαρ θέλημα Θεού εις υμάς». Το θέλημα του Θεού είναι να προσευχώμεθα συνεχώς.
Οι θεοφόροι Πατέρες μας δίδαξαν το πως να προσευχώμεθα με το όνομα του Χριστού. Μας έχουν διδάξει επίσης και τους καρπούς της νοεράς προσευχής. Ο άνθρωπος με την προσευχή αυτή κατά Χάριν θεώνεται. Γίνεται ένας Άγγελος επί της γης. Όπως οι Άγγελοι υμνολογούν ακατάπαυστα το όνομα του Θεού, έτσι και ο Μοναχός η ο Χριστιανός όταν μνημονεύη το όνομα του Χριστού με πόθο, αξιώνεται αγγελικής Χάριτος. Αγνίζεται ο άνθρωπος συν τω χρόνω. Γίνεται καθαρός ψυχοσωματικά, και η καρδιά του κατά την ώρα της ενέργειας της προσευχής γίνεται σαν ένα άλλο Χερουβείμ και ψάλλει και υμνολογεί τον Θεό σιωπηλά.
Η καρδιά του Μοναχού δια της προσευχής γίνεται θρόνος του Θεού. Όπως ο Χριστός μας πιστεύουμε ότι κάθεται επάνω εις τον θείον Του θρόνον και βασιλεύει σε όλο το Σύμπαν, έτσι επίσης κάθεται και αναπαύεται στον θρόνον της καρδιάς του ανθρώπου που μνημονεύει με πόθον και χάριν το Πανάγιον Όνομά Του.
Οι δαίμονες το γνωρίζουν αυτό που γίνεται, γι αὐτό κάνουν μεγάλη προσπάθεια, καταβάλλουν πολύ κόπο για να εμποδίσουν αυτήν την ενθρόνιση του Χριστού στην καρδιά του ανθρώπου. Μας σκορπούν τον νου μας εδώ κι ἐκεῖ. Δεν μας τον αφήνουν ήσυχο. Χίλιες-δυό σκέψεις μας απασχολούν, με σκοπό ο νους μας να μην εντοπιστή στην καρδιά δια της προσευχής. Σκορπιζόμενος εδώ κι ἐκεῖ είναι εκτός της καρδιάς του ανθρώπου. Κι ὄταν γυρίζη στα διάφορα μέρη, στις διάφορες υποθέσεις, δεν μπορεί να δεχθή την Χάριν του Θεού.
Όπως και η κλώσσα με τ αὐγά της, όταν συχνά σηκώνεται, τα αυγά κάποια μέρα θα βγουν άχρηστα, κλούβια. Έτσι και ο νους του ανθρώπου, όταν συχνά σκορπάται εδώ κι ἐκεῖ, δεν θα γεννήση μέσα στην καρδιά τους πνευματικούς νεοσσούς. Τα θεία νοήματα που φέρουν την Θεολογία του Θεού δεν μπορούν να σταθούν στην καρδιά που ο νους απουσιάζει. Αυτή την προσπάθεια των δαιμόνων να την εξουδετερώσουμε με την αδιάλειπτη προσοχή στην προσπάθεια της περισυλλογής του νου δια της μελέτης του Χριστού στην καρδιά.
Βέβαια δεν θα την φανταζώμεθα την καρδιά, αλλά θα νοούμε την καρδιά εκεί που είναι. Η σωματική, η σάρκινη καρδιά εμπερικλείει μέσα της την ψυχή του ανθρώπου, την καρδιά της ψυχής. Εμείς, πνευματικώ τω τρόπω θέλουμε να επικοινωνήσουμε με την καρδιά της ψυχής, κι ἑπομένως η φαντασία της καρδιάς πρέπει να μην υπάρχη. «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας Αυτόν, εν Πνεύματι και Αληθεία δει προσκυνείν».
Άπειρος ο νους του Θεού. Όλος ο Θεός είναι Νους. Ο ανθρώπινος είναι πεπερασμένος, περιορισμένος, με μια Α δυνατότητα. Όταν ο μικρός νους επικοινωνήση, εισέλθη μέσα στον άπειρο Νου, δηλαδή στον Θεό, τότε γίνεται μία επαφή, μία σωματική συνουσία, με μία ανέκφραστη πνευματική και μυστηριώδη ηδονή. Βέβαια αυτό είναι ένα μέτρο πολύ υψηλό. Εμείς δεν έχουμε φθάσει σ αὐτό το μέτρο, αλλά εάν επιποθήσουμε τον πλησιασμό της ψυχής μας με τον Θεό δια της προσευχής, ο Θεός θα χαρίση κι αὐτό το μέτρο της χάριτος. Αρκεί να Τον αναζητούμε με πολλή ταπείνωση. Εάν η προσευχή μας δεν έχη ταπείνωση, είναι ύπαρξις σωματική χωρίς ψυχή, δηλαδή δεν φέρνει η προσευχή καρπόν πνευματικόν εάν μη την συνοδεύση σε όλη την πορεία της η ταπείνωσις.
Πρέπει να προσπαθήσουμε να φθάσουμε σ αὐτή τη χάρη της προσευχής. Ο Θεός με το άπειρο έλεός Του, μας βοήθησε, μας ελέησε, μας αγάπησε ιδιαίτερα, μας έφερε από τον κόσμο, μας έβγαλε από την αμαρτία, μας έβαλε σ αὐτόν τον καθαρό τόπο, μας έβαλε σε μια ζωή αγία, μας προίκισε με δυνατότητες, κι αν όλα αυτά δεν μας βοηθήσουν η μάλλον εμείς δεν τα μεταχειριστούμε, δεν τα μετέλθουμε, δεν τα αξιοποιήσουμε για να γνωρίσουμε τον Θεό, για να δούμε το θείον Του Πρόσωπο, τότε ματαίως ήλθαμε εδώ και θα βρεθούμε υπόχρεοι στον Θεό γι αὐτήν την μεγάλη Του ελεημοσύνη. Δεν θα πρέπη αυτόν τον χρόνο τον πολύτιμο της θείας βοηθείας να μην τον εκμεταλευτούμε. Θα είμεθα υπόλογοι και πρώτος εγώ.
Πολλές φορές σ αὐτόν τον υπολογισμό, σ αὐτή τη σκέψη της τόσης αγάπης του Θεού, και της υποχρεώσεώς μου απέναντι σ αὐτήν την προσφορά του Θεού, έχω δριμύτατον έλεγχο. Δεν ανταποκρίθηκα μέχρις σήμερα σ αὐτή την μεγάλη ελεημοσύνη. Και πολλές φορές στην μνημόνευση του Ονόματος του Θεού τρέμω, λέω: « Μα είμαι άξιος να μνημονεύσω, να μελετήσω το Όνομα του Χριστού». Μα τι να πω;
Ο Θεός είναι κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβη το ανθρώπινο μυαλό. Μόνο να σκεφθώ ότι δια του Λόγου Του έκτισε, δημιούργησε σε μηδέν χρόνο όλη την κτίση, σκέπτομαι τι είναι αυτός ο Θεός και αξιώνομαι εγώ τόσο ελεύθερα, τόσο απλά, να αναφέρω το όνομά Του; Και όμως ο Θεός έχει έμφυτη την ταπείνωση. Αλλ ὁ ανυπερήφανος Θεός δέχεται να Τον μνημονεύουμε με τόση απλότητα κι ἐλευθερία, όπως θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα όνομα ενός απλού ανθρώπου. Αλλά εάν το σκεφθούμε πιο σοβαρά, θα δούμε ότι είναι φοβερό να μνημονεύουμε το Όνομα του Θεού. Ωστόσο όμως , αφού έχουμε την ευλογία του Θεού, ας προχωρήσουμε. Το Όνομα του Χριστού θα μας φέρη όλες τις ευλογίες του Θεού. Και πλησιάζοντας τον Χριστό δια της προσευχής θα αποβάλουμε από μέσα μας, από την καρδιά μας, όλο το φαρμάκι της αμαρτίας.
Και ποιός είναι εκείνος ο άνθρωπος που πλησίασε τον Θεό και μέσα του δεν είχε μια ανάλογη ποσότητα φαρμάκι από την αμαρτία; Δεν μας κατακρίνει ο Θεός γιατί πλησιάζοντάς Τον έχουμε μέσα μας φαρμάκι, εμπάθεια, έχουμε αμαρτήματα, αλλά θέλει και επιμένει ότι πλησιάζοντάς Τον πρέπει ο άνθρωπος να το απόβάλη, να το εμμέση αυτό το φαρμάκι. Δεν θέλει τον άνθρωπο να μείνη στα πρώτα, στην πρώτη του εμπάθεια, από κει που τον πήρε, από κει που τον ξεκίνησε. Θέλει την καλυτέρευσή του.
Λέγοντας την ευχή θα μας δώση ο Θεός την πρώτη ευλογία για να πάη καλά η ημέρα μας. Κι άμα αρχίσουμε με το στόμα να ψιθυρίζουμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η προσευχή αυτή θα βοηθήση και τον νου, θα βοηθήση και την διάθεση της ψυχής, κι ἔτσι με μία καλή διάθεση από την προσευχή, θα ξεκινήσουμε για ο,τι αφορά την ημέρα. Κι όταν έτσι κάνουμε κάθε μέρα, στο κάθε ξύπνημά μας, θα βάλουμε την καλή αρχή που απαιτείται για να έχουμε ένα πνευματικό, ψυχικό κάλλιστο τέλος.
Βλέπουμε κανέναν άνθρωπο να πέση; Σημαίνει ότι δεν έβαλε καλή αρχή, δεν έκτισε επιστημονικά το σπίτι του. Δεν έβαλε καλά θεμέλια. Δεν το στήριξε καλά και γι αὐτό έπεσε. Η καλή αρχή είναι να προσευχώμεθα κατ αὐτήν την έννοιαν, να υπακούωμε κατά πάντα στον πνευματικό Πατέρα, να μη κάνουμε το δικό μας θέλημα, να μην κρύπτωμε τους λογισμούς, να έχωμε πνευματική βία στον κανόνα μας, στα πνευματικά μας καθήκοντα, στην Εκκλησία, να έχουμε την αδελφική και άδολη αγάπη, να αποφεύγουμε τα αργόλογα, να μην μιλάμε περιττά πράγματα, να μην συζητούμε εκείνα που δεν χρειάζονται, και να βλεπη ο καθένας μπροστά του. Να βλέπη τον εαυτό του. Εγώ πως πάω; Όχι πως πηγαίνει ο άλλος. Εγώ προσεύχομαι; Εγώ αργολογώ; Εγω αναμιγνύομαι σε υποθέσεις που δεν χρειάζεται; Το τι κάνει ο αδελφός μου είναι δική του δουλειά. Όχι ότι θα το παραβλέψουμε κι αὐτό, σε μια περίπτωση που μπορούμε να βοηθήσουμε πνευματικά, αλλά για ν ἀποκλείσουμε την κατάκριση του διαβόλου. Γιατί ο διάβολος πατώντας επάνω στον εγωϊσμό του ανθρώπου, τον σπρώχνει συνέχεια να βλέπη τι κάνει ο άλλος. Και βλέποντας τον άλλο τυφλώνεται στα δικά του. Μη βλέποντας τα δικά του, πέφτει από το ένα στο άλλο παράπτωμα. Κι ἔτσι δεν μπορεί να βάλη την καλή αρχή.
Η σιωπή, η εν γνώσει σιωπή, όχι η άλογος σωπή γιατί βαριέμαι να μιλήσω η γιατί δεν λογαριάζω τον άλλον η γιατί εξουθενώνω τον άλλον η από εγωϊσμό δεν θέλω να του μιλήσω• αυτή η σιωπή είναι βλαβερή και όχι ωφέλιμη. Αλλά η σιωπή που γίνεται γιατί δεν θέλω να κατηγορήσω, να κατακρίνω, να αργολογήσω, για να προσεύχωμαι, για να δημιουργηθή μέρα μου το χαροποιόν πένθος, για να με εύρουν δάκρυα από τον Θεό, για να ταπεινώσω τις σκέψεις μου. Τότε αυτή η σιωπή είναι η εν γνώσει πνευματική. Αυτή η σιωπή είναι πάνω από κάθε άλλη αρετή. Λένε οι Πατέρες πως αν βάλουμε από τη μια μεριά της ζυγαριάς την εν γνώσει σιωπή, κι ὅλες τις άλλες αρετές από την άλλη, το μέρος της σιωπής θα βαραίνη. Και βλέπουμε ότι η σιωπή φέρνει τόσα πολλά καλά και κυρίως ότι δεν αμαρτάνει με την γλώσσα του και την σκέψη του ο άνθρωπος.
Όταν όμως αρχίζουμε και μιλάμε, και συζητάμε το ένα το άλλο, το θέμα εκείνο, μπλέκει το πράγμα, κι ἔτσι δεν βάζουμε την καλή αρχή. Η καλή αρχή θα φέρη το κάλλιστον τέλος. Η κακή αρχή το κάκιστον τέλος. Δηλαδη, το σπίτι δεν θα κτιστή καλά, θα πέση. Όταν δούμε και πέσει ένας άνθρωπος πνευματικά, πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν έβαλε καλή αρχή, δεν έβαλε θεμέλια γερά, βαθειά, δεν στήριξε καλά το σπίτι του, και γι αὐτό έπεσε. Δεν φταίει κανείς άλλος πλην του εαυτού του. Όλες οι άλλες δικαιολογίες στο πέσιμο είναι σφάλμα του εγωϊσμού. Γι αὐτό να προσέξουμε πάρα πολύ καλά να επιμεληθούμε την καλή αρχή. Και έτσι θα πετύχουμε να κτίσουμε ο καθένας ένα ανάλογο όμορφο πνευματικό σπίτι. Δηλαδή και την αιώνια Μονή μας θα την κτίσωμε με την καλή αρχή.
Ας βιάσουμε τον εαυτό μας γι αὐτή την καλή αρχή. Η αξία της είναι αιώνια. Δεν είναι το ότι θα ζήσουμε εδώ με την καλή αρχή, βρίσκοντας τη χάρη του Θεού και θα νοιώθουμε πολύ ευτυχισμένα, όχι αυτήν την ευτυχία την πνευματική την εδώ, αλλά για την αιώνια ευτυχία. Χίλιοι παράδεισοι δεν συγκρίνονται με την θέα του θείου Προσώπου. Η καλή αρχή είναι να μας αποκαλυφθή το θείον Πρόσωπο. Εδώ είναι η αξία της πνευματικής επιτυχίας της καλής αρχής. Και γνωρίζοντας το μέγεθος της πνευματικής επιτυχίας της καλής αρχής, πρέπει, και πρώτος εγώ, να βάλουμε προσπάθεια να πετύχουμε αυτήν την καλή αρχή. ΑΜΗΝ.